Translate "stilo" into Greek (ελληνικά)

Search for an expression in any language pair... Dictionary Home

stilo — μολύβι (Greek / ελληνικά)
Ένα κοινό εργαλείο (φτιαγμένο από γραφίτη περιβεβλημένο από ξύλο) που χρησιμοποιεί το γραφίτη (που αποκαλείται φιλικά η μύτη) για να αφήνει ίχνη πάνω σε χαρτί.

Translate stilo

Learn how to say "stilo" in other languages:

Browse our dictionary

Find other interesting words in Interlingua and Greek by browsing through our dictionary:

Get Quote

Translation Services USA® is the registered trademark of Translation Services USA LLC, New York, New Jersey