Translate "青" into Greek (ελληνικά)

Search for an expression in any language pair... Dictionary Home


青 — πράσινο (Greek / ελληνικά)
Το χρώμα του φυλλώματος, καθώς και άλλων κυττάρων των χλωροφυλλικών φυτών. Χρώμα μεταξύ του κίτρινου και του κυανού στο ορατό φάσμα. Ένα από τα πρωτεύοντα προστιθέμενα χρώματα για το μεταφερόμενο φως. Το χρώμα που παίρνεται αφαιρώντας ερυθρό και κυανό από το λευκό φως μέσω δυο φίλτρων, κίτρινου και ανοιχτού κυανού.

Translate 青

Learn how to say "青" in other languages:


Browse our dictionary

Find other interesting words in Chinese and Greek by browsing through our dictionary:

Get Quote

Translation Services USA® is the registered trademark of Translation Services USA LLC, New York, New Jersey